Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

ΓΙΑΤΙ ΖΟΥΜΕ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ""Το ξέρω ναύαρχε ,μα εγώ είμαι ήδη πεθαμένος άνθρωπος "

Τον Ιούνιο 1822, αφού ο ελληνικός στόλος, στον οποίο συμμετείχε δεν κατάφερε να σώσει τη ΧΙΟ από τις τρομερές τουρκικές σφαγές, ο Κανάρης ανέλαβε να βάλει μπουρλότο στην τουρκική ναυαρχίδα του Καπετάν Πασά , την επικεφαλής του στόλου που έκαψε το νησί. Την επιχείρηση θα εκτελούσαν τα πυρπολικά του Κανάρη και του Πιπινου Στο εγχείρημα βοήθησαν δύο παράγοντες: αφενός ότι η νύχτα ήταν πολύ σκοτεινή καθώς δεν είχε φεγγάρι και αφετέρου ότι στο κατάφωτο κατάστρωμα της ναυαρχίδας οι Τούρκοι, κάπου δυό χιλιάδες, γιόρταζαν το μπαιραμι κι έτσι τα μέτρα φρούρησης ήταν ελλιπή. Η φωτιά απ' το μπουρλότο μεταδόθηκε ταχύτατα στο καράβι. Πριν προλάβουν να απομακρυνθούν απ' αυτό οι πρώτες σωστικές λέμβοι, η φωτιά έφτασε στην πυριτιδαποθήκη, η οποία ανατινάχθηκε. Ως αποτέλεσμα, τα θύματα ήταν πάρα πολλά. Μεταξύ αυτών ο ναύαρχος αξιωματικοί του και πολλοί ναύτες.
Λέγεται ότι πριν από το γεγονός αυτό και ενώ περιφερόταν στο Αιγαίο για βρει κατάλληλη ευκαιρία να πυρπολήσει τον Τούρκικο Στόλο ,συνάντησε μοίρα του Αγγλικού Στόλου που περιπολούσε στο Αιγαίο. Ο επικεφαλής Άγγλος ναύαρχος τον κάλεσε στο καράβι του να του προσφέρει γεύμα με σκοπό να δει τις προθέσεις του και κυρίως να τον αποτρέψει .Λέει λοιπόν στον ΚΑΝΑΡΗ "καπετάνιο τι πας να κάνεις ,πριν πλησιάσεις θα σε βουλιάξουν ,έχουν τόσα κανόνα ,τόσα τουφέκια " Απάντηση του Κανάρη "Το ξέρω ναύαρχε ,μα εγώ είμαι ήδη πεθαμένος άνθρωπος "

ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΟΝ ΝΑΥΑΡΧΟ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΚΑΝΑΡΗ

Kανάρης


Βαλαωρίτης Aριστοτέλης
Εκτύπωση
Tη νύχτα που παράδερνες μ' ένα δαυλί 'ς το χέρι
K' εσπιθοβόλεις κεραυνούς κ' έφεγγες σαν αστέρι,
Όταν φτωχός, αγνώριστος, μικρός, χωρίς πατρίδα
Tη ματωμένη επλεύρονες, Kανάρη, ναυαρχίδα,
Aν όταν αναπήδησες με την ορμή του στύλου
Mέσα 'ς τη μαύρη τη σπηληά του Kαραλή του σκύλου,
Kανένας μάντις σώλεγε ότι θα νά 'λθη ώρα
Nα ιδής, Kανάρη, ελεύθερη τη δύστυχη τη χώρα,
Πώρευ' ετοιμοθάνατη, ― ότ' ήθελες φωτίσει
M' αυτό τ' αστροπελέκι σου Aνατολή και Δύση,
Ότι θα γένης ζωντανή του Γένους σου σημαία,
Ότι θα πας μακρά μακρά να φέρης βασιλέα,
Kαι χίλια δαφνοστέφανα ο κόσμος θα να βάλη,
Kανάρη, 'ς τ' απροσκύνητο καθάριο σου κεφάλι,
Ότι πριν πέσης κατά γης θα σου δοθή κ' η χάρη
Nα ιδής να λάμψη ανέλπιστο, παρήγορο δοξάρι
Όπου εβασίλευε παληό, κατάπυκνο σκοτάδι,
Ότ' ένα Γένος σύψυχο του λάκκου σου τον άδη
Θα εδρόσιζε με κλάμματα, οπού θα ν' αναβράνε
Mέσ' απ' τα φυλλοκάρδια του κι' αθάνατα θα νά 'ναι,
Ότι θα σκύψη ξέσκεπος εμπρός 'ς τα λείψανά σου
Nα σε φιλήση εγκαρδιακά, Kανάρη, ο Bασιλειάς σου, ―
Aν ένας μάντις τά 'λεγε ποιός ήθε' τον πιστέψει;…
Mόνος εσύ, πού γνώριζες ότ' είχανε φυτέψει
Bαθειά, βαθειά 'ς τα σπλάχνα σου τα χέρια του Θεού σου
Bοτάνι παντοδύναμο, τροφή του κεραυνού σου,
Tην πίστη την ακλόνητη 'ς του έθνους σου την τύχη…
Aυτή, Kανάρη, σώβαψε τον σιδερένιον πήχυ
K' έδωσε 'ς το καράβι σου χίλια φτερά να τρέχη…
Σήμερα ποιός την έχει;

Aχ! δεν το πίστευα ποτέ!… Πέρυσι σ' είδ' ακόμα
Συγνεφιασμένον, κάτασπρον 'ς το φτωχικό σου στρώμα
Σαν κοιμισμένη θάλασσα 'ςε ταπεινό ακρογιάλι
Όπ' ονειρεύεται κρυφά καμμιάν ανεμοζάλη
Για να μουγγρίση φοβερά… και σήμερα κουφάρι!…
Έγυρα τότ' εφίλησα τ' ανδρεία σου, Kανάρη,
Tα λιοκαμμένα δάχτυλα κ' ένοιωσα κάθε ρώγα,
Πώβραζε μέσα κ' έλαμπε με την παληά σου φλόγα.
Έτρεμα εμπρός σου, εδάκρυζα, μώδωκες την ευχή σου,
Mου τίμησες το μέτωπο μ' ένα θερμό φιλί σου
Kαι μού 'πες, λειονταρόκαρδε, ―«Mην κλαις, δε θα πεθάνω,
Πριν ξανανειώσω μια φορά και πριν να ξεθυμάνω».

Kι' απέθανες! κ' εσβύστηκες!… Tα ριζιμιά, οι βράχοι
Δε σκιάζονται γεράματα και 'ς του βουνού τη ράχη
Oλόρθο μένει, ακλόνητο, χιλιόχρονο πρινάρι
Kαι μάχεται με τα στοιχειά… Kαι συ και συ, Kανάρη,
Πού 'λθες 'ς τη γη θεόχτιστος κι' όπ' όταν εθεωρούσε
Tο χιόνι 'ς το κεφάλι σου κανείς π' ασπροβολούσε,
Eπίστευεν ότ' έβλεπε τον Όλυμπο εμπροστά του
Mε την αθανασία του, με την παλληκαριά του,
Eσύ σωριάζεσαι με μιας;… Mέσα 'ς τα χώματά σου
Θα καταπιάση ηφαίστειο ή θα σβυστή η φωτιά σου;…

Kατάρ' ακατανόητη, άσπλαχνη, μαύρη μοίρα
Nά 'ν' οι νεκροί μας άφθαρτοι, νά 'ν' η ζωή μας στείρα.


(από το Ένας Pομαντικός, Eρμής 1998)

Σχόλια

Ο χρήστης Ανώνυμος είπε…
See here or here
Ο χρήστης Ανώνυμος είπε…
την σημαία του Καναρη κρατησε ηρωικά το ναυτικό , ο τελευταίο ήταν ο υποπλοίαρχος ΤΣΟΜΑΚΗΣ στην Κύπρο στις 20/7/74 .
Ο χρήστης ΘΕΜΙΣΤΟΠΟΛΟΣ είπε…
Κατά την επίθεση στην Κύπρο, ιδιαίτερη μνεία αξίζει να γίνει στις δύο τορπιλακάτους «Τ1» και «Τ3», οι οποίες τα ξημερώματα της 20 ης Ιουλίου 1974, με την εμφάνιση της τουρκικής ναυτικής δύναμης του ΑΤΤΙΛΑ έξω από την Κερύνεια, απέπλευσαν, αλλά η αμυντική τους προσπάθεια καταπνίγηκε από την έντονη αεροπορική επίθεση, εκεί σκοτώθηκε ο Κυβερνήτης της «Τ3» υποπλοίαρχος ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΤΣΟΜΑΚΗΣ μαζί με όλο το πλήρωμα. Επίσης την ίδια μέρα, το αρματαγωγό «ΛΕΣΒΟΣ», με κυβερνήτη τον πλωτάρχη ΕΛΕΥΘΕΡΙΟ ΧΑΝΔΡΙΝΟ, στην Πάφο, βομβάρδισε επί ώρα τον τομέα της τουρκικής στρατιωτικής δύναμης που στάθμευε στο νησί, κάτω από το ενετικό φρούριο της πόλης, μέχρι την τελική της παράδοση. Το γεγονός ότι το συγκεκριμένο πλοίο αποβίβασε τη δύναμη της ΕΛΔΥΚ, που μόλις είχε παραλάβει για την Ελλάδα, παρερμηνεύτηκε από τους Τούρκους ότι δήθεν γίνεται απόβαση του ελληνικού στόλου έτσι, τα τουρκικά αεροσκάφη βύθισαν ένα τουρκικό αντιτορπιλικό, ενώ ένα άλλο υπέστη σοβαρότατες ζημίες.
θεμιστοπολος

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΕΤΣΙ ΞΑΦΝΙΚΑ…

ΕΤΣΙ ΞΑΦΝΙΚΑ…
«...Και γι' αυτό ποτέ μη στείλεις να μάθεις για ποιον χτυπά η καμπάνα. Χτυπά για σένα».Έρνεστ Χέμινγουεϊ Ήμουν υπερβολικά κουρασμένος απ’ την δουλειά και έτσι στις δέκα είπα να περπατήσω στην γειτονιά μου, ελπίζοντας ότι θα μου φύγει ο πονοκέφαλος. Που τέτοια τύχη όμως! Οι δρόμοι μας ήρεμοι(στο προάστιο που μένω) όσο και οι φούξια βοκαμβίλιες απλώνονταν νωχελικά στα σπίτια και οι δρόμοι μοσχοβολούσαν νυχτολούλουδο και γιασεμί , δεν υπήρχε καμμιά κίνηση κι η βραδιά καλοκαιρινή ,όμορφη νοσταλγική. Είπα να ξαποστάσω σ’ ένα παγκάκι που εκεί κοντά ακούγονταν μια μελωδία από ακορντεόν (la paloma). Έκλεισα τα μάτια, ήταν γαλήνιο σκοτάδι και δεν υπήρχαν φώτα γύρω, ήθελα να γευτώ μ’ όλες μου τις αισθήσεις την ομορφιά, να ονειρευτώ ευτυχισμένες στιγμές, να φύγω για λίγο από το κυνήγι των μαγισσών που σαν μαχητής της εργασίας χρόνια βιώνω. Ξάφνου και χωρίς καμμιά άλλη προειδοποίηση ή ήχο ένιωσα δίπλα μου μια αδιόρατη κίνηση, μια μυρουδιά ,άκουσα ένα λυγμό, την παρουσία κάποιου. Άνο…

ΟΤΑΝ ΑΓΑΠΑΣ ΚΑΠΟΙΟΝ ΝΑ ΤΟΥ ΤΟ ΔΕΙΧΝΕΙΣ

ΟΤΑΝ ΑΓΑΠΑΣ ΚΑΠΟΙΟΝ ΝΑ ΤΟΥ ΤΟ ΔΕΙΧΝΕΙΣii

Η γιαγιά  μου τον Γεννάρη του 1993  μού πρότεινε να βγω με τον πατέρα μου.."Γνωρίζω πολύ καλά πως τον αγαπάς" μου είπε μια μέρα ξαφνιάζοντάς με,"αλλά τον παραμελείς δεν μιλάτε δεν βγαίνετε εξω εσύ όλη την μέρα στην δουλεια .‘Η ζωή είναι πολύ σύντομη, αφιέρωσέ του  χρόνο. ’‘Μα εγώ και  ΕΣΕΝΑ αγαπώ’ της είπα έντονα.‘Εξίσου όμως αγαπάς κι εκείνον  Το ξέρω.  Μονο μια χαρη θελω να πάτε ενα βραδυ μαζύ σενα μαγαζί που θα κλείσω εγω (93 χρονων γυναίκα) ’Εκείνο το βράδυ του  τηλεφώνησα και τον προσκάλεσα έξω σε δείπνο και μετά να πάμε οι δυο μας μια εκδρομή στο ΝΑΎΠΛΙΟ. (ΔΕΝ ΕΙΧΑΜΕ ΠΑΕΙ ΠΟΤΕ  ΕΚΔΡΟΜΗ ΜΑΖ ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ) Τι συμβαίνει; Είσαι καλά;’ με ρώτησε.  ο ΠΑΤΈΡΑς  μου ηταν  από τους ανθρώπους που εκλαμβάνει ένα νυχτερινό τηλεφώνημα ή μια αναπάντεχη πρόσκληση ως αρχή κακών μαντάτων.‘Νόμιζα πως θα ήταν καλή ιδέα να περνούσαμε λίγο χρόνο μαζί’  απάντησα. ‘Οι δυο μας μόνοι… Τί λες;’Σκέφθηκε λιγάκι και απάντησε: ‘Θα το ήθελα πολύ.’ Εκε…

Όταν αγαπάς κάποιον να του το δείχνεις!

Όταν αγαπάς κάποιον να του το δείχνεις!
Όταν αγαπάς κάποιον να του το δείχνεις!Ίσως αυριο να είναι αργά Πριν από χρόνια ετρεχα ασταμάτητα για την επαγγελματική επιβιώση,οπως κάνω ακόμα . Επαγγελματικά τα πράγματα πήγαιναν εξαιρετικά, ενώ άλλοι αγώνες έτρεχαν παραλληλα και πετυχημένα ,ετσι που δεν παρατηρούσα ακριβώς τι γινόταν γύρω μου. Ειχαμε χρόνια χάσει την Ηρώ και νόνα(η γιαγια μου μάνα της μάνας μου ) μου η Πόπη ακόμα στα 94 της κρατούσε γερά το πηδάλιο του σπιτιού μας ,ξαφνικά την χάσαμε (1993) ,είχε τα χρόνια της μά κρατούσε γερά. Ο δάσκαλος διαλύθηκε ψυχολογικά απο την απώλεια της ,ήρθε το εγκεφαλικο και ανέρρωσε γρήγορα,ηταν λιτοδιαιτος,περπατούσε ,ηλεγχε με τα φαρμακα του τα πάντα στην υγεία του.Εγώ έτρεχα σαν τρελλός Δεν πρόσεξα τα λευκά μαλλιά του πατέρα,χαρηκα που θα πήγαινε στην πατρώα γή στους Παξούς του. Ώσπου κάποια μέρα, (Ιουλιος 1994)την μέρα που τον περιμενα να ελθει στο σπίτι μας στην Κεφαλλονιά , το τηλέφωνο κτύπησε. Ήταν ήδη αργά.Εφυγε κολυμπώντας (τ…