Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

ΠΩΣ ΒΥΘΙΣΤΗΚΕ ΤΟ«Βασίλειος Δεστούνης» Η περιπέτεια του πολέμου.

ΜΩΡΑΙΤΗΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ

«Θα σου γράψω πως έτυχε και μπαρκάρισα . Έχω γεννηθεί το 1920. Το 1938 έτυχε να έρθει στο χωριό ο καπετάν Παναγής ο Πανάς. Το έμαθα, επήγα σπίτι του και τον βρήκα. Όταν με είδε με ρώτησε, τι θέλω. Ξέρω ότι έχεις , ένα βαπόρι, το «Βασίλειος Δεστούνης» και θέλω αν είναι εύκολο να με πάρεις. Μου είπε, σε δύο μέρες θα πας στο γραφείο και θα σε στείλουν στη Χαλκίδα.

Επήγα στο βαπόρι δίχως να ξέρω τι δουλειά θα πιάσω.

Όλο το πλήρωμα κοιμότανε στη πλώρη. Δεξιά οι ναύτες και αριστερά οι θερμαστολαδάδες. Η κατάσταση δραματική. Όταν έβαλα τα ρούχα μου , επήγα στον καπετάνιο και του έδωσα το γράμμα από τον καπετάνιο (εννοεί τον κ.Πανά). Και μου λέει , θα πας καρβουνιάρης και όταν αδειάσει θέση θα σε βάλλω στην κουβέρτα. Στη μηχανή ο καρβουνιάρης έκανε 6ωρίες. Εφύγαμε από την Χαλκίδα και επήγαμε για Αργεντίνα, για να φορτώσουμε στάρι για Ευρώπη. Εν τω μεταξύ είχε κηρυχτεί ο πόλεμος που εγυρίζαμε στην Ευρώπη. Όταν εφτάσαμε ανάμεσα Φινιστέρι και Ούζαντ, παρουσιάστηκε ένα υποβρύχιο με Γερμανική σημαία. Εσταματήσαμε γιατί το υποβρύχιο ερχότανε κατ’επάνω μας. Όταν έφτασε κοντά , εδιπλάρωσε και εκατέβηκε ο καπετάνιος στο υποβρύχιο με τα χαρτιά του βαποριού, τα διαβάσανε και είπανε στον καπετάνιο : Στο άλλο ταξίδι θα σας βουλιάξουμε. Επήγαμε στην Ευρώπη. Ξεφορτώσαμε , επήγαμε πάλι στην Αργεντίνα και εφορτώσαμε πάλι για Ευρώπη. Όταν εφθάσαμε ανάμεσα Φινιστέρο και Ούζαντ, παρουσιάστηκαν δυο αεροπλάνα ανιχνευτικά και μας πέταξαν τρείς φωτοβολίδες , να εγκαταλείψουμε το παπόρι.

Το εγκαταλείψαμε, εκατεβήκαμε στις βάρκες. Μετά άρχισαν και έριχναν βόμβες. Το βαπόρι είχε πάρει κλίση, αλλά δεν βούλιαξε. Όπως μάθαμε αργότερα το βρήκανε Ισπανοί και πήρανε το μισό.

Όταν εμείς μπήκαμε στις βάρκες εμοιράστηκε το πλήρωμα. Ο καπετάνιος επήγε με τον Πρώτο Μηχανικό. Και στην άλλη ο Υπολοίαρχος με τον δεύτερο μηχανικό και το υπόλοιπο πλήρωμα στις δυο βάρκες. Μπαίνοντας στις βάρκες το βράδυ χαθήκαμε. Όταν εξημέρωσε είδαμε μακριά ένα καΐκι. Επήγαμε προς τα επάνω του. Εσταμάτησε και μας πήρε. Επήγαινε για Μπορντώ και επήγαμε εκεί. Βρήκαμε και την άλλη βάρκα εκεί. Μας επήγαν σε ένα ξενοδοχείο και μείναμε ένα βράδυ και το πρωί μας έστειλαν στη Μασσαλία.

Ξέχασα να γράψω ο καπετάνιος και ο Υποπλοίαρχος αδέλφια από την Κύμη. Από Κεφαλονιά , ο Πρώτος Μηχανικός ο Σωκράτης Αυγερινός. Θερμαστής από Λακύθρα, ο Διονύσης Μιχαλιτσιάνος. Από Σπαρτιά ο Γεράσιμος Λιοσάτος θερμαστής και Γεράσιμος Μωραΐτης , καρβουνιέρης.

Όταν φθάσαμε στη Μασσαλία , πήγαμε στο Προξενείο. Μας έδωσε μερικά λεφτά. Δεν ήταν αρκετά. Για ύπνο βρίσκαμε σε σπίτια. Εκαθήσαμε πολύ καιρό, περίπου δύο μήνες. Είμαστε πολλοί από βαπόρια, διάφορες λατσιόνες. Είχανε έρθει δυο Γιουγκοσλάβικα βαπόρια. Τα βαπόρια θα γύριζαν πάλι στη Γιουγκοσλαβία, λοιπό το Προξενείο είχε κανονίσει με τον καπετάνιο του βαποριού να πάρει όλους τους Αξιωματικούς. Το ακούμε, το πρωί θα έφευγε. Το μάθαμε και κατά τις 10 το βράδυ επήγαμε όλοι μέσα στο βαπόρι. Και έτσι δεν μπόρεσε ο Πρόξενος να κάμει τίποτε. Και έτσι ήρθαμε στη Γιουγκοσλαβία . Μείναμε ένα βράδυ εκεί. Επήγαμε και εφάγαμε και το πρωί φύγαμε για Ελλάδα με το τρένο.

Αυτή ήτανε η περιπέτεια του πολέμου.

Γεράσιμος Μωραΐτης , Σπαρτιά

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΕΤΣΙ ΞΑΦΝΙΚΑ…

ΕΤΣΙ ΞΑΦΝΙΚΑ…
«...Και γι' αυτό ποτέ μη στείλεις να μάθεις για ποιον χτυπά η καμπάνα. Χτυπά για σένα».Έρνεστ Χέμινγουεϊ Ήμουν υπερβολικά κουρασμένος απ’ την δουλειά και έτσι στις δέκα είπα να περπατήσω στην γειτονιά μου, ελπίζοντας ότι θα μου φύγει ο πονοκέφαλος. Που τέτοια τύχη όμως! Οι δρόμοι μας ήρεμοι(στο προάστιο που μένω) όσο και οι φούξια βοκαμβίλιες απλώνονταν νωχελικά στα σπίτια και οι δρόμοι μοσχοβολούσαν νυχτολούλουδο και γιασεμί , δεν υπήρχε καμμιά κίνηση κι η βραδιά καλοκαιρινή ,όμορφη νοσταλγική. Είπα να ξαποστάσω σ’ ένα παγκάκι που εκεί κοντά ακούγονταν μια μελωδία από ακορντεόν (la paloma). Έκλεισα τα μάτια, ήταν γαλήνιο σκοτάδι και δεν υπήρχαν φώτα γύρω, ήθελα να γευτώ μ’ όλες μου τις αισθήσεις την ομορφιά, να ονειρευτώ ευτυχισμένες στιγμές, να φύγω για λίγο από το κυνήγι των μαγισσών που σαν μαχητής της εργασίας χρόνια βιώνω. Ξάφνου και χωρίς καμμιά άλλη προειδοποίηση ή ήχο ένιωσα δίπλα μου μια αδιόρατη κίνηση, μια μυρουδιά ,άκουσα ένα λυγμό, την παρουσία κάποιου. Άνο…

ΟΤΑΝ ΑΓΑΠΑΣ ΚΑΠΟΙΟΝ ΝΑ ΤΟΥ ΤΟ ΔΕΙΧΝΕΙΣ

ΟΤΑΝ ΑΓΑΠΑΣ ΚΑΠΟΙΟΝ ΝΑ ΤΟΥ ΤΟ ΔΕΙΧΝΕΙΣii

Η γιαγιά  μου τον Γεννάρη του 1993  μού πρότεινε να βγω με τον πατέρα μου.."Γνωρίζω πολύ καλά πως τον αγαπάς" μου είπε μια μέρα ξαφνιάζοντάς με,"αλλά τον παραμελείς δεν μιλάτε δεν βγαίνετε εξω εσύ όλη την μέρα στην δουλεια .‘Η ζωή είναι πολύ σύντομη, αφιέρωσέ του  χρόνο. ’‘Μα εγώ και  ΕΣΕΝΑ αγαπώ’ της είπα έντονα.‘Εξίσου όμως αγαπάς κι εκείνον  Το ξέρω.  Μονο μια χαρη θελω να πάτε ενα βραδυ μαζύ σενα μαγαζί που θα κλείσω εγω (93 χρονων γυναίκα) ’Εκείνο το βράδυ του  τηλεφώνησα και τον προσκάλεσα έξω σε δείπνο και μετά να πάμε οι δυο μας μια εκδρομή στο ΝΑΎΠΛΙΟ. (ΔΕΝ ΕΙΧΑΜΕ ΠΑΕΙ ΠΟΤΕ  ΕΚΔΡΟΜΗ ΜΑΖ ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ) Τι συμβαίνει; Είσαι καλά;’ με ρώτησε.  ο ΠΑΤΈΡΑς  μου ηταν  από τους ανθρώπους που εκλαμβάνει ένα νυχτερινό τηλεφώνημα ή μια αναπάντεχη πρόσκληση ως αρχή κακών μαντάτων.‘Νόμιζα πως θα ήταν καλή ιδέα να περνούσαμε λίγο χρόνο μαζί’  απάντησα. ‘Οι δυο μας μόνοι… Τί λες;’Σκέφθηκε λιγάκι και απάντησε: ‘Θα το ήθελα πολύ.’ Εκε…

Όταν αγαπάς κάποιον να του το δείχνεις!

Όταν αγαπάς κάποιον να του το δείχνεις!
Όταν αγαπάς κάποιον να του το δείχνεις!Ίσως αυριο να είναι αργά Πριν από χρόνια ετρεχα ασταμάτητα για την επαγγελματική επιβιώση,οπως κάνω ακόμα . Επαγγελματικά τα πράγματα πήγαιναν εξαιρετικά, ενώ άλλοι αγώνες έτρεχαν παραλληλα και πετυχημένα ,ετσι που δεν παρατηρούσα ακριβώς τι γινόταν γύρω μου. Ειχαμε χρόνια χάσει την Ηρώ και νόνα(η γιαγια μου μάνα της μάνας μου ) μου η Πόπη ακόμα στα 94 της κρατούσε γερά το πηδάλιο του σπιτιού μας ,ξαφνικά την χάσαμε (1993) ,είχε τα χρόνια της μά κρατούσε γερά. Ο δάσκαλος διαλύθηκε ψυχολογικά απο την απώλεια της ,ήρθε το εγκεφαλικο και ανέρρωσε γρήγορα,ηταν λιτοδιαιτος,περπατούσε ,ηλεγχε με τα φαρμακα του τα πάντα στην υγεία του.Εγώ έτρεχα σαν τρελλός Δεν πρόσεξα τα λευκά μαλλιά του πατέρα,χαρηκα που θα πήγαινε στην πατρώα γή στους Παξούς του. Ώσπου κάποια μέρα, (Ιουλιος 1994)την μέρα που τον περιμενα να ελθει στο σπίτι μας στην Κεφαλλονιά , το τηλέφωνο κτύπησε. Ήταν ήδη αργά.Εφυγε κολυμπώντας (τ…