Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Τὰ Πτερόεντα δῶρα (1907)


 


ΤΑ ΠΤΕΡΟΕΝΤΑ ΔΩΡA

Ξένος τοῦ κόσμου καὶ τῆς σαρκός, κατῆλθε τὴν παραμονὴν ἀπὸ τὰ ὕψη, συστείλας τὰς πτέρυγας ὅπως τὰς κρύπτῃ, θεῖος ἄγγελος. Ἔφερε δῶρα ἀπὸ τὰ ἄνω βασίλεια διὰ νὰ φιλεύσῃ τοὺς κατοίκους τῆς πρωτευούσης. Ἦτον ὁ καλὸς ἄγγελος τῆς πόλεως.
Ἐκράτει εἰς τὴν χεῖρα ἓν ἄστρον καὶ ἐπὶ τοῦ στέρνου του ἔπαλλε ζωὴ καὶ δύναμις, καὶ ἀπὸ τὸ στόμα του ἐξήρχετο πνοὴ θείας γαλήνης. Τὰ τρία ταῦτα δῶρα ἤθελε νὰ μεταδώσῃ εἰς ὅλους ὅσοι προθύμως τὰ δέχονται.
Εἰσῆλθεν ἐν πρώτοις εἰς ἓν ἀρχοντικὸν μέγαρον. Εἶδεν ἐκεῖ τὸ ψεῦδος καὶ τὴν σεμνοτυφίαν, τὴν ἀνίαν καὶ τὸ ἀνωφελὲς τῆς ζωῆς ζωγραφισμένα εἰς τὰ πρόσωπα τοῦ ἀνδρὸς καὶ τῆς γυναικός, καὶ ἤκουσε τὰ δύο τεκνία νὰ ψελλίζωσι λέξεις εἰς ἄγνωστον γλῶσσαν. Ὁ Ἄγγελος ἐπῆρε τὰ τρία οὐράνια δῶρά του, καὶ ἔφυγε τρέχων ἐκεῖθεν.
Ἐπῆγεν εἰς τὴν καλύβην πτωχοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἀνὴρ ἔλειπεν ὅλην τὴν ἑσπέραν εἰς τὴν ταβέρναν. Ἡ γυνὴ ἐπροσπάθει ν᾿ ἀποκοιμίσῃ μὲ ὀλίγον ξηρὸν ἄρτον τὰ πέντε τέκνα, βλασφημοῦσα ἅμα τὴν ὥραν ποὺ εἶχεν ὑπανδρευθῆ. Τὰ μεσάνυχτα ἐπέστρεψεν ὁ σύζυγός της· αὐτὴ τὸν ὕβρισε νευρικὴ μὲ φωνὴν ὀξεῖαν, ἐκεῖνος τὴν ἔδειρε μὲ τὴν ράβδον τὴν ὀζώδη, καὶ μετ᾿ ὀλίγον οἱ δύο ἐπλάγιασαν χωρὶς νὰ κάμουν τὴν προσευχήν των, καὶ ἤρχισαν νὰ ροχαλίζουν μὲ βαρεῖς τόνους. Ἔφυγεν ἐκεῖθεν ὁ Ἄγγελος.
Ἀνέβη εἰς μέγα κτίριον πλουσίως φωτισμένον. Ἦσαν ἐκεῖ πολλὰ δωμάτια μὲ τραπέζας, κ᾿ ἐπάνω των ἔκυπτον ἄνθρωποι μετροῦντες ἀδιακόπως χρήματα, παίζοντες μὲ χαρτία. Ὠχροὶ καὶ δυστυχεῖς, ὅλη ἡ ψυχή των ἦτο συγκεντρωμένη εἰς τὴν ἀσχολίαν ταύτην. Ὁ Ἄγγελος ἐκάλυψε τὸ πρόσωπον μὲ τὰς πτέρυγάς του διὰ νὰ μὴ βλέπῃ κ᾿ ἔφυγε δρομαῖος.
Εἰς τὸν δρόμον συνήντησε πολλοὺς ἀνθρώπους, ἄλλους ἐξερχομένους ἀπὸ τὰ καπηλεῖα, οἰνοβαρεῖς, καὶ ἄλλους κατερχομένους ἀπὸ τὰ χαρτοπαίγνια, μεθύοντας χειροτέραν μέθην. Τινὰς εἶδε ν᾿ ἀσχημονοῦν, καὶ τινὰς ἤκουσε νὰ βλασφημοῦν τὸν Ἁι-Βασίλην ὡς πταίστην. Ὁ Ἄγγελος ἐκάλυψε μὲ τὰς πτέρυγας τὰ ὦτα, διὰ νὰ μὴν ἀκούῃ, καὶ ἀντιπαρῆλθεν.
Ὑπέφωσκεν ἤδη ἡ πρωία τῆς πρωτοχρονιᾶς, καὶ ὁ Ἄγγελος διὰ νὰ παρηγορηθῇ, εἰσῆλθεν εἰς μίαν ἐκκλησίαν. Ἀμέσως πλησίον τῆς θύρας εἶδεν ἀνθρώπους νὰ μετροῦν νομίσματα, μόνον πὼς δὲν εἶχον παιγνιόχαρτα εἰς τὰς χεῖρας· καὶ εἰς τὸ βάθος, ἀντίκρυσεν ἕνα ἄνθρωπον χρυσοστόλιστον καὶ μιτροφοροῦντα ὡς Μῆδον σατράπην τῆς ἐποχῆς τοῦ Δαρείου, ποιοῦντα διαφόρους ἀκκισμοὺς καὶ ἐπιτηδευμένας κινήσεις. Δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ ἄλλοι μερικοὶ ἔψαλλον μὲ πεπλασμένας φωνάς: Τὸν Δεσπότην καὶ ἀρχιερέα!
Ὁ Ἄγγελος δὲν εὗρε παρηγορίαν. Ἐπῆρε τὰ πτερόεντα δῶρά του ― τὸ ἄστρον τὸ προωρισμένον νὰ λάμπῃ εἰς τὰς συνειδήσεις, τὴν αὔραν, τὴν ἱκανὴν διὰ νὰ δροσίζῃ τὰς ψυχάς, καὶ τὴν ζωήν, τὴν πλασμένην διὰ νὰ πάλλῃ εἰς τὰς καρδίας, ἐτάνυσε τὰς πτέρυγας, καὶ ἐπανῆλθεν εἰς τὰς οὐρανίας ἁψῖδας.
(1907)ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
ΑΠΑΝΤΑ
ΤΟΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ
ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
ΑΘΗΝΑ 1985
Σελ. 191-192

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΕΤΣΙ ΞΑΦΝΙΚΑ…

ΕΤΣΙ ΞΑΦΝΙΚΑ…
«...Και γι' αυτό ποτέ μη στείλεις να μάθεις για ποιον χτυπά η καμπάνα. Χτυπά για σένα».Έρνεστ Χέμινγουεϊ Ήμουν υπερβολικά κουρασμένος απ’ την δουλειά και έτσι στις δέκα είπα να περπατήσω στην γειτονιά μου, ελπίζοντας ότι θα μου φύγει ο πονοκέφαλος. Που τέτοια τύχη όμως! Οι δρόμοι μας ήρεμοι(στο προάστιο που μένω) όσο και οι φούξια βοκαμβίλιες απλώνονταν νωχελικά στα σπίτια και οι δρόμοι μοσχοβολούσαν νυχτολούλουδο και γιασεμί , δεν υπήρχε καμμιά κίνηση κι η βραδιά καλοκαιρινή ,όμορφη νοσταλγική. Είπα να ξαποστάσω σ’ ένα παγκάκι που εκεί κοντά ακούγονταν μια μελωδία από ακορντεόν (la paloma). Έκλεισα τα μάτια, ήταν γαλήνιο σκοτάδι και δεν υπήρχαν φώτα γύρω, ήθελα να γευτώ μ’ όλες μου τις αισθήσεις την ομορφιά, να ονειρευτώ ευτυχισμένες στιγμές, να φύγω για λίγο από το κυνήγι των μαγισσών που σαν μαχητής της εργασίας χρόνια βιώνω. Ξάφνου και χωρίς καμμιά άλλη προειδοποίηση ή ήχο ένιωσα δίπλα μου μια αδιόρατη κίνηση, μια μυρουδιά ,άκουσα ένα λυγμό, την παρουσία κάποιου. Άνο…

ΟΤΑΝ ΑΓΑΠΑΣ ΚΑΠΟΙΟΝ ΝΑ ΤΟΥ ΤΟ ΔΕΙΧΝΕΙΣ

ΟΤΑΝ ΑΓΑΠΑΣ ΚΑΠΟΙΟΝ ΝΑ ΤΟΥ ΤΟ ΔΕΙΧΝΕΙΣii

Η γιαγιά  μου τον Γεννάρη του 1993  μού πρότεινε να βγω με τον πατέρα μου.."Γνωρίζω πολύ καλά πως τον αγαπάς" μου είπε μια μέρα ξαφνιάζοντάς με,"αλλά τον παραμελείς δεν μιλάτε δεν βγαίνετε εξω εσύ όλη την μέρα στην δουλεια .‘Η ζωή είναι πολύ σύντομη, αφιέρωσέ του  χρόνο. ’‘Μα εγώ και  ΕΣΕΝΑ αγαπώ’ της είπα έντονα.‘Εξίσου όμως αγαπάς κι εκείνον  Το ξέρω.  Μονο μια χαρη θελω να πάτε ενα βραδυ μαζύ σενα μαγαζί που θα κλείσω εγω (93 χρονων γυναίκα) ’Εκείνο το βράδυ του  τηλεφώνησα και τον προσκάλεσα έξω σε δείπνο και μετά να πάμε οι δυο μας μια εκδρομή στο ΝΑΎΠΛΙΟ. (ΔΕΝ ΕΙΧΑΜΕ ΠΑΕΙ ΠΟΤΕ  ΕΚΔΡΟΜΗ ΜΑΖ ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ) Τι συμβαίνει; Είσαι καλά;’ με ρώτησε.  ο ΠΑΤΈΡΑς  μου ηταν  από τους ανθρώπους που εκλαμβάνει ένα νυχτερινό τηλεφώνημα ή μια αναπάντεχη πρόσκληση ως αρχή κακών μαντάτων.‘Νόμιζα πως θα ήταν καλή ιδέα να περνούσαμε λίγο χρόνο μαζί’  απάντησα. ‘Οι δυο μας μόνοι… Τί λες;’Σκέφθηκε λιγάκι και απάντησε: ‘Θα το ήθελα πολύ.’ Εκε…

Όταν αγαπάς κάποιον να του το δείχνεις!

Όταν αγαπάς κάποιον να του το δείχνεις!
Όταν αγαπάς κάποιον να του το δείχνεις!Ίσως αυριο να είναι αργά Πριν από χρόνια ετρεχα ασταμάτητα για την επαγγελματική επιβιώση,οπως κάνω ακόμα . Επαγγελματικά τα πράγματα πήγαιναν εξαιρετικά, ενώ άλλοι αγώνες έτρεχαν παραλληλα και πετυχημένα ,ετσι που δεν παρατηρούσα ακριβώς τι γινόταν γύρω μου. Ειχαμε χρόνια χάσει την Ηρώ και νόνα(η γιαγια μου μάνα της μάνας μου ) μου η Πόπη ακόμα στα 94 της κρατούσε γερά το πηδάλιο του σπιτιού μας ,ξαφνικά την χάσαμε (1993) ,είχε τα χρόνια της μά κρατούσε γερά. Ο δάσκαλος διαλύθηκε ψυχολογικά απο την απώλεια της ,ήρθε το εγκεφαλικο και ανέρρωσε γρήγορα,ηταν λιτοδιαιτος,περπατούσε ,ηλεγχε με τα φαρμακα του τα πάντα στην υγεία του.Εγώ έτρεχα σαν τρελλός Δεν πρόσεξα τα λευκά μαλλιά του πατέρα,χαρηκα που θα πήγαινε στην πατρώα γή στους Παξούς του. Ώσπου κάποια μέρα, (Ιουλιος 1994)την μέρα που τον περιμενα να ελθει στο σπίτι μας στην Κεφαλλονιά , το τηλέφωνο κτύπησε. Ήταν ήδη αργά.Εφυγε κολυμπώντας (τ…